Postcards from Spetses: 20 Σπετσιώτες και φίλοι του νησιού μιλήσαμε για τα ομορφότερα καλοκαίρια της ζωής μας!
«Τα Καλοκαίρια των Παιδικών μου αναμνήσεων στις Σπέτσες…»
Χθες, την ώρα που πήγαινε να δύσει ο ήλιος. Ιστορικά ονόματα του νησιού, γνωστές Αθηναϊκές οικογένειες που διατηρούν τις παραθεριστικές τους οικίες στις Σπέτσες, άνθρωποι του νησιού που τα χαμόγελα τους είναι πιο οικεία και από αυτά της οικογένειας μας, προσέρχονται στον Άγιο Νικόλαο, όπου ο προαύλιος χώρος του φιλοξενεί την εκδήλωση «Τα Καλοκαίρια των Παιδικών μου αναμνήσεων στις Σπέτσες»: 20 Σπετσιώτες και φίλοι του νησιού μιλούν για τα ομορφότερα καλοκαίρια της ζωής τους, που διοργανώνει ο Δήμος Σπετσών και το Εκκλησιαστικό Μουσείο Σπετσών, σε επιμέλεια της Μάρθας Σαμαρά.


Follow me…


Στο υπέροχο προαύλιο του Αι Νικόλα μας, ανάμεσα στις δάφνες και στις βοκαμβίλιες του, πλημμυρισμένος από τα αρώματα των βασιλικών, των λεμονιών και των μεθυστικών νυχτολούλουδων, με θέα τα αρχοντικά που απλώνονται σαν πολύτιμη δαντέλα στο βλέμμα μας απ’ άκρη σε άκρη, και με τη χαρμόσυνη καμπάνα να σηματοδοτεί την έναρξη της βραδιάς, η εκδήλωση ξεκίνησε με τις χαιρετιστήριες ομιλίες της Μάρθας Σαμαρά, του Πάτερ Γρηγόριου και φυσικά της Δημάρχου Ευγενίας Φραγκιά, για να δώσουν τον λόγο στους είκοσι ομιλητές που ξεδιπλώσαμε τα ομορφότερα καλοκαίρια των παιδικών μας χρόνων, που όλα έχουν το άρωμα των Σπετσών.

Οι Γιάννης Αίσωπος, Αλλαμανή Αλίκη, Αποστολίδης Παύλος, Αρμενάκης Μιχάλης, Βιγκλιάρη Μαρία, Βώκου Μαρία, Ζαννή Μαίη, Καλαντζάκου-Τσατσαρώνη Ζανέτ, Καραμαλής Γιώργος, Κοσίντας Ηλίας, Λαμπρόπουλος Θανάσης, Λιαγουροπούλου Δωριλένια, Μιχαηλίδου Δόμνα, Μπακύρας Βασίλης, Μπέη Φαίη, Μπόταση Άννα Μαρία, Ορλώφ Χρήστος, Ποριώτης Ανδριανός, Τσαλδάρη Μάουζυ, Τσεκούρα Άννα και Βορδώνης Μανώλης μιλήσαμε για τα καλοκαίρια μας στο νησί των αρωμάτων.


Βουτιές, βόλτες, παγωτά, παντοτινές φίλιες, έρωτες, σκανδαλιές, πειράγματα, την ιστορική «Νεραΐδα», βουκαμβίλιες, ξενύχτια, ιστορικές προσωπικότητες, αμαξάκια, όλες αυτές οι μνήμες με φόντο το νησί μας…



Είκοσι ομιλητές και ομιλήτριες, Σπετσιώτες και φίλοι του νησιού, μοιραστήκαμε στιγμές των παιδικών μας χρόνων στις Σπέτσες, παρουσία της Δημάρχου Ευγενίας Φραγκιά που έθεσε την εκδήλωση υπό την αιγίδα του Δήμου, του Αρχιμανδρίτη πατέρα Γρηγόριου Νανακούδη, του Δ.Σ. του Εκκλησιαστικού Μουσείου Σπετσών, των παραθεριστών του νησιού, και φυσικά παρουσία των αφανών ηρώων, που χωρίς την πολύτιμη βοήθεια τους, η χθεσινή εκδήλωση δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί.












Τα καλύτερα μας καλοκαίρια…




Κάθε ένας από τους ξεχωριστούς αυτούς ανθρώπους που μίλησαν για το νησί που αγαπούν συγκίνησαν με τις ιστορίες τους, προκαλώντας το χειροκρότημα του κόσμου που ταυτιζόταν με τις αναμνήσεις. Παρακάτω ακολουθούν όσα είπα εγώ, για τη σχέση μου με τις Σπέτσες, που «όσο περισσότερες Σπέτσες έχεις στη διάθεση σου τόσο περισσότερες αναζητάς…»


«Εγώ δεν έχω αναμνήσεις στις Σπέτσες από τα παιδικά μου καλοκαίρια. Θέλω να πω, ναι εννοείται, ερχόμασταν με τους γονείς μου κάθε καλοκαίρι για μία εβδομάδα, δέκα ημέρες σε κάποιο ξενοδοχείο των Σπετσών, αλλά αυτό δεν μας τοποθετούσε σε καμία περίπτωση στην ευλογημένη κατηγορία των «παραθεριστών» του νησιού. Οι δικές μου παιδικές αναμνήσεις είναι τοποθετημένες στη Βουλιαγμένη, όπου και διατηρούσαμε το καλοκαιρινό μας σπίτι. Το εξοχικό μας.

Οι ουσιαστικές αναμνήσεις μου στις Σπέτσες ξεκινούν από τη στιγμή που κατάλαβα πως ανεξάρτητα από τις δεκαήμερες οικογενειακές διακοπές στις Σπέτσες, εγώ θέλω παραπάνω. Και γυρνώντας πίσω στα ηλιόλουστα καλοκαίρια της εφηβείας μου, τότε που ερχόμουν πλέον με τις φίλες μου, τις συμμαθήτριες μου, με τις παρέες μου, κλείνω τα μάτια και βλέπω ένα κορίτσι να σεργιανίζει το νησί πάνω κάτω, πέρα δώθε, ρουφώντας όσο περισσότερες Σπέτσες μπορούσε.


Ναι, κάθε ένας από τους είκοσι εκλεκτούς συνομιλητές μας έχει υπέροχες ιστορίες να διηγηθεί σήμερα εδώ, σε αυτό το υπέροχο «ταξίδι στις αναμνήσεις». Όλοι έχουμε να θυμηθούμε από τα ανέμελα μας καλοκαίρια που κάναμε βουτιές στον Άγιο Νικόλα, μακροβούτια μπροστά από το Ξενία, και μετά τα πειράγματα της παρέας σκαρφαλωμένοι στο τοιχάκι μπροστά από τις Σχολές, στο Blueberry και στο Kaiki Beach, ή ακόμη πιο παλιά, όταν μαζευόμασταν ένα τσούρμο παιδιά, για να παίξουμε μπιρίμπα και τάβλι στη παραλία του Spetses Hotel. Παίρναμε θαλάσσιο ταξί για να πάμε στη Κωστούλα για μπάνιο και να πιάσουμε τη περίφημη γωνιά με τη σκιά πριν την προλάβουν άλλοι, και τα καΐκια για τους Αγίους Αναργύρους και την Αγία Παρασκευή και μετά, πεθαμένα από τη πείνα να ονειρευόμαστε έναν κόκορα μακαρονάδα ή σουτζουκάκια στη ταβέρνα της Λούλας στη Ζωγεριά ή ένα μπιφτέκι γεμάτο μυστήριο στου Σιώρα, μαγειρευτά στη Ταράτσα του Λυράκη ή σνίτσελ στον Παράδεισο της Αγίας Μαρίνας, και πάντα να καταλήγουμε στον Κλήμη για λουκουμάδες, για βάφλες ή για πεπόνι κομμένο στη μέση και γεμισμένο με παγωτό στον Ρούσσο. Να αρχίσω να αραδιάζω ιστορίες από τα γλέντια μας στο Il Padrino, τότε στην είσοδο της Μπάλτιζας, ή από τα αξέχαστα πήγαινε έλα από τη Figaro και τη Brachera στη Καραβέλα. Και ξανά από την αρχή, ακούραστα, χορεύοντας έως το πρωί. Πως και ποιος μπορεί να τα ξεχάσει όλα αυτά?
Μα όταν κλείνω τα μάτια, οι δικές μου αναμνήσεις με οδηγούν αλλού.

Οι δικές μου οι αναμνήσεις με οδηγούν σε όσα με έκανε να νοιώσω αυτό το νησί. Σε όσα με «ανάγκασε» να αισθανθώ, στην δική του, εντελώς δική του αισθητική που ήθελε να με μυήσει.
Οι δικές μου αναμνήσεις ξεκινούν όταν διαπίστωσα πως ούτε αυτό μου είναι αρκετό και πως θέλω και χρειάζομαι και άλλες Σπέτσες. Και πως αν ήθελα να συνεχιστούν τα ηλιόλουστα καλοκαίρια της εφηβείας μου έστω κι αν αυτή θα περνούσε ανεπιστρεπτί, θα χρειαζόμουν περισσότερο χρόνο εδώ.
Και τα Σαββατοκύριακα στα ενοικιαζόμενα δωμάτια της κυρίας Μαίρης ή της κυρίας Κατσικοπούλου αντικαταστάθηκαν με ένα όμορφο σπίτι για ολόκληρη τη καλοκαιρινή σεζόν. «Αν κάποιος με εξανάγκαζε να μην πάω σε κανένα άλλο νησί, πίστεψε με, δεν θα΄χα πρόβλημα κανένα» υποστήριζα θυμάμαι, και το εννοούσα. Και όταν ούτε αυτό ήταν αρκετό για να ρουφήξω λίγες Σπέτσες ακόμη, αντικαταστάθηκε με ένα άλλο σπίτι για όλο τον χρόνο. Σαν χθες το θυμάμαι αυτό και τον όμορφο κήπο του, εκεί που τώρα βρίσκεται το ξενοδοχείο του Ορλώφ.

Και όταν τον χειμώνα φίλοι κανόνιζαν και με προσκαλούσαν για σκι σε ορεινούς προορισμούς, εγώ ακόμα ονειρευόμουν Σπέτσες. Και έβαζα τη φόρμα του σκι, και ερχόμουν εδώ, Χριστούγεννα και πρωτοχρονιές, και μάλιστα το νησί, το θυμάμαι, ήταν ανοιχτό.
Θυμάμαι να ψήνουμε πατάτες σε μία μεγάλη σόμπα στο Βυζαντινό,-τότε υπήρχε καρέκλα με το όνομα μου ζωγραφισμένο στο χέρι- και πάνω από τα κεφάλια μας πετούσαν περιστέρια. Θυμάμαι να χορεύουμε δίπλα στο τζάκι του Μουράγιο, που έβγαζα τα μποτάκια μου να στεγνώσουν γιατί είχαν γίνει μούσκεμα από τη βροχή, και θυμάμαι που πάντα μέσα από τη φόρμα του σκι φορούσα ένα λεπτό φανελάκι και είχα και μία κορδέλα για να πιάσω τα μαλλιά μου ψηλά, γιατί μετά πηγαίναμε στη Brachera και η παγωνιά γινόταν ιδρώτας από τον πολύ χορό.
Και μετά ούτε αυτό ήταν αρκετό γιατί όσο περισσότερες Σπέτσες έχεις τόσο περισσότερες αναζητάς. Και απέκτησα και το δικό μου σπίτι εδώ, και μετέφερα και τα εκλογικά μου δικαιώματα, γιατί «Γιατί να πάει μία ψήφος χαμένη στην Αθήνα που δεν αγαπώ και να μην τη ρίξω εδώ, στο νησί που λατρεύω»?
Και όπως δεν θα κουραστώ ποτέ να βρίσκω τις ομορφότερες λέξεις για να περιγράφω στα κείμενα μου την αγάπη μου για τις Σπέτσες, όπως χαίρομαι σαν μικρό παιδί όταν με σταματάνε στον δρόμο ή μου στέλνουν μηνύματα αναγνώστες και followers για να μου πουν πως ήρθαν στο νησί επηρεασμένοι από εμένα και τα γραπτά μου, ή όταν με αποκαλούν «Ambassador» του νησιού, έτσι δεν θα κουραστώ ποτέ να επαναλαμβάνω, πως αν για κάποιο λόγο δεν θα μπορούσα να ταξιδέψω πουθενά αλλού στον κόσμο παρά εδώ, δεν θα’χα πρόβλημα κανένα.
Αύριο φεύγω για πρώτη φορά τόσο νωρίς από το νησί, για να συνοδέψω τη κόρη μου στις σπουδές της στο Παρίσι. Και χθες, περπατώντας χέρι χέρι προς το παλιό λιμάνι, γυρίζει και μου λέει: «Μαμά, θα με αφήσεις να κάνω τον χάρτη των Σπετσών τατουάζ, να τις κουβαλάω συνέχεια μαζί μου?».
Εγώ δεν έχω αναμνήσεις στις Σπέτσες από τα παιδικά μου καλοκαίρια. Είμαι όμως ευλογημένη να έχω μία ολόκληρη ζωή, που είναι από μόνη της ένα παιδικό καλοκαίρι, εξαιτίας αυτού εδώ του νησιού».
19 Αυγούστου ’25, στις Σπέτσες πάντα.