
Ξυπνάω πριν ξυπνήσει ακόμη το νησί. Έστω κι αν (και) χθες η παρέα μας κράτησε με τις ιστορίες και τα γέλια της, με τις αναμνήσεις από τα περασμένα καλοκαίρια μας, έως αργά. Αύριο είναι της Παναγιάς, μεγάλη γιορτή για όλη την Ελλάδα και για το δικό μας σπίτι, μιας και είναι η γιορτή της Μητέρας μου, και πρώτος δεκαπενταύγουστος χωρίς Αυτήν. Χωρίς την αύρα της, το χάδι της, την παρηγοριά και την ανάσα της. Από τότε που μπορώ να θυμηθώ, ο πατέρας μου κανόνιζε για αυτήν μία μεγάλη γιορτή, ένα γλέντι, που κάποιες φορές κρατούσε ολημερίς και ολονυχτίς. Την λάτρευε σαν Παναγιά.

Καλούσε φίλους παλιούς, άλλους καινούργιους, καμιά φορά ολάκερο το νησί. Δείπνα στου Ορλώφ, γλέντια στον Παράδεισο της Αγίας Μαρίνας, άλλες φορές στη παραλία στο Καΐκι, στις βεράντες του Ποσειδωνίου, ενώ το σπίτι μας ορθάνοιχτο, κερνούσε από την προηγούμενη κιόλας γλυκά. Τώρα ανάβω στο σπίτι το καντήλι και ένα κερί στην εκκλησιά για τη γιορτή της. Και παίρνω δύναμη από τη δύναμη της, που δεν είναι πια εδώ.

Κατευθύνομαι στην αγορά, το νησί σιγά σιγά γεμίζει. Πάω στη ψαραγορά, θέλω να φτιάξω μία ολόφρεσκη σφυρίδα Αθηναϊκή, στον Τσάνα για να βρω όσα θέλω για τους Κρεμμυδοντολμάδες μου, για το Vitello Tonatto, και για ένα πραγματικά spicy Guacamole. Διαλέγω τα εκλεκτότερα, βλέπω φίλες, δίπλα μου η Ann-Renee, η Τζο, η Ντένη, ψωνίζουν για τη δική τους γιορτή.


Μου στέλνει μήνυμα ο αδελφός μου “Ερχόμαστε στις Σπέτσες για να είμαστε όλοι μαζί…”






Με το καλάθι μου σεργιανίζω το κέντρο του νησιού και χαμογελώ. Είναι Παραμονή της δικής μου Παναγιάς και είμαι εδώ. Δευτέρα 14 Αυγούστου, στις Σπέτσες πάντα…