ΑΥΤΟΠΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΑΣ

«Νομίζω πως σ’ έφτιαξα στο μυαλό μου»: Σήμερα τα εγκαίνια της έκθεσης της Νίνα Παπακωνσταντίνου στη Citronne Gallery!

Η αφρόκρεμα της φιλότεχνης Αθήνας θα συναντηθεί σήμερα στον 4ο όροφο του 19 της Π. Ιωακείμ, όπου η Τατιάνα Σπινάρη – Πολλάλη θα την ξεναγήσει στην ατομική έκθεση της Νίνας Παπακωνσταντίνου!

Σήμερα Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου, εγκαινιάζεται στην CITRONNE Gallery – Αθήνα η ατομική έκθεση της Νίνας Παπακωνσταντίνου “Νομίζω πως σ’ έφτιαξα στο μυαλό μου”. Ο τίτλος της έκθεσης παραπέμπει στο ποίημα της Σύλβια Πλαθ “Mad Girl’s Love Song”, και υπαινίσσεται την αφετηρία και την πηγή των έργων που παρουσιάζονται, στα οποία η καλλιτέχνις χρησιμοποιεί αποσπάσματα ποίησης και πεζογραφίας γυναικών λογοτέχνιδων. Η Παπακωνσταντίνου ακολουθεί μια ιδιαίτερη διαδρομή: δεν πρόκειται για θεματικές ή καλλιτεχνικές παραλλαγές, αλλά για την χειρωνακτική μετάπλαση κειμένων, για να «φτιάξει μέσα στο μυαλό της» και να αποδώσει τελικά μέσα από το συνδυασμό -το πλέξιμο διαφορετικών αποσπασμάτων- μια οπτική αίσθηση της γραφής, αλλά και μία νέα ανάγνωση. Η επιλογή των κειμένων δεν είναι τυχαία. Οι λογοτέχνιδες προέρχονται από διαφορετικές χώρες, γράφουν σε διαφορετικές γλώσσες, παράγουν σε διαφορετικούς χρόνους. Κοινό στοιχείο ανάμεσά τους είναι το Πάθος, στην κυριολεκτική και στην ψυχολογική του έννοια. Αυτό το κοινό αρχέγονο Πάθος, συναίσθημα σχεδόν ανεξέλεγκτο και, ταυτοχρόνως, πάθημα, δηλαδή πληγή και τραύμα, διέπει τα αποσπάσματα από την Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, την Άννα Αχμάτοβα, την Κική Δημουλά, την Μαργκερίτ Γιουρσενάρ, την Σύλβια Πλαθ, την Μαρία Πολυδούρη, την Ανν Σέξτον.

Ο τίτλος της έκθεσης παραπέμπει στο ποίημα της Σύλβια Πλαθ “Mad Girl’s Love Song”


Τα αποσπάσματα αυτά η Παπακωνσταντίνου τα “επεξεργάζεται”: μεταγράφει και περιγράφει το κείμενο, με μια ιδιόχειρη διαδικασία. Κάθε κείμενο αντιγράφεται· στην συνέχεια αποδομείται, διαχωρίζεται και, κατόπιν, συσχετίζεται με κάποιο άλλο, με την διαδικασία της χειρωνακτικής πλέξης. Επιχειρεί, έτσι, να δημιουργήσει συνθήκες άμεσου, “κυριολεκτικού” διαλόγου ανάμεσα στις διαφορετικές ποιητικές δημιουργίες. Η απορρέουσα εντύπωση είναι η προσωπική εμπλοκή της καλλιτέχνιδος όχι μόνον ως προς την ανάγνωση του λογοτεχνικού κειμένου με τις συνεπαγόμενες δονήσεις και συγκινήσεις, αλλά και σε μια απόπειρα καλυμμένης ή και κρυφής επικοινωνίας. Πίσω από τα προκύπτοντα σχήματα, όπως ο σταυρός και τα χρώματα, όπως το κόκκινο του Πάθους, διακρίνεται αχνά μια διστακτική, αλλά αποκαλυπτική εξομολόγηση.

Νίνα Παπακωνσταντίνου, Φωτιές 2, 2024. Aρχειακοί μαρκαδόροι σε χειροποίητο γιαπωνέζικο χαρτί, 67 x 85 εκ. Παραχώρηση της καλλιτέχνιδας και της CITRONNE Gallery.
Φωτ. Studio Vaharidis.

Το αποκύημα αυτής της επεξεργασίας αποτυπώνεται επάνω σε ανάγλυφα χαρτιά ελαιογραφίας, σε ρυζόχαρτα, και σε γιαπωνέζικα χειροποίητα χαρτιά, με μπλε, μαύρο και κόκκινο αρχειακό μαρκαδόρο. Η αποτύπωση της πλέξης, της χειρωναξίας, δημιουργεί μια νέα πλοκή- μια νέα αφήγηση, ενώ τα ίδια τα υλικά στα οποία αποτυπώνεται το αποτέλεσμα της διαδικασίας αυτής, συνδέουν περαιτέρω την πράξη της γραφής με αυτή του εργόχειρου. Η έκθεση αναπτύσσεται αφηγηματικά με δύο σειρές επιτοίχια έργα, ένα τετράπτυχο σχέδιο και ένα βιβλιοδετημένο έργο, το οποίο αντλεί από τις ημερολογιακές σημειώσεις της Βιρτζίνια Γουλφ όταν έγραφε την «Κυρία Ντάλογουεϊ», ενώ κλείνει ως περιγραφή-αφήγηση, αποκαλύπτοντας στον θεατή ένα τμήμα του «εργαστηρίου», δηλαδή της διαδικασίας επεξεργασίας του υλικού της.

Νίνα Παπακωνσταντίνου, Πολυδούρη-Plath, 2024. Aρχειακοί μαρκαδόροι σε ανάγλυφο χαρτί ελαιογραφίας, 61×45 εκ. Παραχώρηση της καλλιτέχνιδας και της CITRONNE Gallery.
Φωτ. Studio Vaharidis.

Η Νίνα Παπακωνσταντίνου εισάγει μια καινοτόμο έκφραση στην καλλιτεχνική δημιουργία. Προθέτει μια λογοτεχνική ανάγνωση η οποία δεν διαχωρίζει την γραφή σε οπτική μορφή και νοητό περιεχόμενο, σε ύλη και πνεύμα· αντιθέτως, θεωρεί το τυπωμένο κείμενο μια σύνολη δημιουργία την οποία μεταπλάθει, αναζητώντας συνειρμούς, συσχετισμούς και συγγένειες. Πρόκειται, όπως σημειώνει ο Θοδωρής Χιώτης, για “μια βαθιά οπτική προσέγγιση της γλώσσας”. Η φιλολογική ανάγνωση εμπλέκεται με την χειρωνακτική απτή εμπειρία για να παραγάγει μια ανανεωμένη συγκινησιακή πραγματικότητα. Χωρίς να λησμονεί ή να παραγνωρίζει την αρχική λογοτεχνική προέλευση, η Παπακωνσταντίνου προσδίδει μια άλλη διάσταση στο λογοτεχνικό ποιητικό έργο, η οποία εγγράφεται στο προσωπικό της βιωματικό ημερολόγιο.

Νίνα Παπακωνσταντίνου, Sylvia Plath Love Letter, 2024. Aρχειακοί μαρκαδόροι σε ριζόχαρτο, τετράπτυχο, 50 x 30 εκ. (έκαστο). Παραχώρηση της καλλιτέχνιδας και της CITRONNE Gallery.
Φωτ. Studio Vaharidis.

Η σχέση του εικαστικού καλλιτέχνη με την λογοτεχνία έχει επανειλημμένως παρουσιαστεί από την CITRONNE Gallery στην Αθήνα και στον Πόρο. Είτε με τον απλό συσχετισμό κειμένου και έργου (Ομαδική έκθεση, “Αιγαίο: Ταυτότητες + Διαδρομές”, 2016 ), είτε με ad hoc εικαστικό σχολιασμό (Γιάννης Ψυχοπαίδης, “Ο Ηδονικός Ελπήνωρ” 2010 ), είτε εντάσσοντας το κείμενο στο ίδιο το εικαστικό έργο (Αλέκος Κυραρίνης, “Καρδία Νήφουσα”, 2018 ), οι εκθέσεις αυτές έχουν αναδείξει όχι μόνον την συνομιλία ανάμεσα σε δύο μορφές Τέχνης, αλλά και την συμπληρωματική υπερβατική επικοινωνία του ίδιου του καλλιτέχνη με μια άλλης μορφής καλλιτεχνική δημιουργία.

Νίνα Παπακωνσταντίνου, Φωτιές 6, 2024. Aρχειακοί μαρκαδόροι σε χειροποίητο γιαπωνέζικο χαρτί,79 x 92 εκ. Παραχώρηση της καλλιτέχνιδας και της CITRONNE Gallery.
Φωτ. Studio Vaharidis.

Ακολουθεί το Κείμενο της Ιστορικού Τέχνης Τατιάνας Σπινάρη – Πολλάλη

Νίνα Παπακωνσταντίνου, Ημερολόγιο, Κυρία Ντάλογουεϊ, 2024. Bιβλιοδετημένο χαρτί, κλωστή, 22 x 16 x 1 εκ. Παραχώρηση της καλλιτέχνιδας και της CITRONNE Gallery.
Φωτ. Studio Vaharidis.

Η καλλιτεχνική δημιουργία της Νίνας Παπακωνσταντίνου εστιάζεται σε συγκεκριμένα ποιητικά κείμενα τα οποία, όμως, επιδέχονται μια εντελώς ιδιωματική προσωπική επεξεργασία.  Ο τίτλος της τρέχουσας έκθεσης  “Νομίζω πως σ’ έφτιαξα μέσα στο μυαλό μου” παραπέμπει ευθέως στον στίχο της Σύλβια Πλαθ, από το έργο “Mad Girl’s Love Song”. Με αφετηρία ποιητικά αποσπάσματα  από γνωστές ποιήτριες, η καλλιτέχνις  κινείται ελεύθερα, μέσα σε ένα πλαίσιο το οποίο ορίζουν η αλληλέγγυα συγκινησιακή ταύτιση και, ταυτοχρόνως, η χειρωνακτική επέμβαση. Επιχειρεί με τον τρόπο αυτόν  να συνθέσει μια νέα προσωπική “φωνή” η οποία εμπεριέχει ένα κοινό συλλογικό συναίσθημα. Δεν πρόκειται για θεματικές παραλλαγές, σχολιασμό ή ερμηνεία του ποιητικού έργου.  Την Παπακωνσταντίνου “…ενδιαφέρει η γραφή ως ίχνος, αποτύπωμα, σκιά, ως εικόνα μιας απόπειρας επικοινωνίας ή και εξομολόγησης”.  

Η επιλογή των κειμένων δεν είναι τυχαία. Τα ποιήματα αυτά περιγράφουν και αντανακλούν αρχέγονα συναισθήματα, κάποτε και αυτοκαταστροφικά, έτσι όπως κατακλύζουν τον γυναικείο ψυχισμό και τις συνεπαγόμενες επιπτώσεις στο βιούμενο γίγνεσθαι. Οι ποιήτριες της Παπακωνσταντίνου προέρχονται από διαφορετικές χώρες, γράφουν σε διαφορετικές γλώσσες, παράγουν σε διαφορετικούς χρόνους. Όλες, όμως, “πάσχουν”- με την πρωταρχική έννοια του όρου. Η ποίηση δεν είναι απλώς το μέσον της έκφρασης· είναι η οδυνηρή φωνή που έρχεται από τα βάθη της ύπαρξης και μετουσιώνεται σε λυτρωτική δημιουργία. Κοινό στοιχείο ανάμεσά τους είναι το Πάθος, στην κυριολεκτική και στην ψυχολογική του έννοια. Αυτό το κοινό αρχέγονο Πάθος, ορμή και συναίσθημα σχεδόν ανεξέλεγκτο και, ταυτοχρόνως, πάθημα, δηλαδή πληγή και τραύμα, διέπει τα αποσπάσματα από την Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, την Άννα Αχμάτοβα, την Κική Δημουλά, την Μαργκερίτ Γιουρσενάρ, την Σύλβια Πλαθ, την Μαρία Πολυδούρη, την Ανν Σέξτον. 

Τα αποσπάσματα αυτά η Παπακωνσταντίνου τα “επεξεργάζεται”: αντιγράφει, μεταγράφει και περι-γράφει το κείμενο, με μιαν ιδιόχειρη συστηματική διαδικασία. Κάθε κείμενο αποδομείται, διαχωρίζεται και, κατόπιν, συσχετίζεται με κάποιο άλλο, με την διαδικασία της χειρωνακτικής πλέξης. Οι ποιητικές “φωνές” εμπλέκονται σε μια κοινή εικαστική έκφραση, βρίσκουν μια κοινή μοίρα. Το αποκύημα αυτής της επεξεργασίας αποτυπώνεται επάνω σε χαρτί, με μπλε, μαύρο και κόκκινο αρχειακό μαρκαδόρο- υλικά εύκολα, συνήθη και εύχρηστα.  Η καλλιτέχνις επιχειρεί, έτσι, να δημιουργήσει συνθήκες “κυριολεκτικού” διαλόγου ανάμεσα στις διαφορετικές ποιητικές δημιουργίες. Επιχειρεί να “γνωρίσει” τις φωνές αυτές μεταξύ τους, αλλά και να ελκύσει τον θεατή προς μια άλλη, συνολική ανάγνωση, με γνώμονα την συνδεδεμένη ταυτότητα των έργων.
Η αποτύπωση της πλέξης, της χειρωναξίας, δημιουργεί μια νέα πλοκή- μια νέα αφήγηση. Η απορρέουσα εντύπωση είναι η προσωπική εμπλοκή της καλλιτέχνιδος, όχι μόνον ως προς την ανάγνωση του λογοτεχνικού κειμένου με τις συνεπαγόμενες δονήσεις και συγκινήσεις, αλλά και σε μια απόπειρα καλυμμένης ή και κρυφής επικοινωνίας.  Πίσω από τα προκύπτοντα σχήματα, όπως ο σταυρός και τα χρώματα, όπως το κόκκινο του πάθους, διακρίνεται αχνά μια διστακτική, αλλά αποκαλυπτική εξομολόγηση. 
Η έκθεση αναπτύσσεται αφηγηματικά σε δύο σειρές από επιτοίχια έργα, ένα τετράπτυχο σχέδιο και ένα βιβλιοδετημένο έργο-ημερολόγιο της Βιρτζίνια Γουλφ. Στο τέλος, κλείνει ως περιγραφή-αφήγηση, αποκαλύπτοντας στον θεατή ένα τμήμα του εργαστηρίου όπου εργάζεται η καλλιτέχνις- δηλαδή όπου διαδραματίζεται η σχέση. 

Η Νίνα Παπακωνσταντίνου εισάγει μια καινοτόμο έκφραση στην καλλιτεχνική δημιουργία. Προθέτει μια λογοτεχνική ανάγνωση η οποία δεν διαχωρίζει την γραφή σε μορφή και περιεχόμενο, σε ύλη και πνεύμα· αντιθέτως, θεωρεί το κείμενο μια σύνολη δημιουργία την οποία μεταπλάθει, αναζητώντας συνειρμούς, συσχετισμούς και συγγένειες. Η φιλολογική ανάγνωση εμπλέκεται με την χειρωνακτική απτή εμπειρία για να παραγάγει μια ανανεωμένη συγκινησιακή πραγματικότητα. Χωρίς να λησμονεί ή να παραγνωρίζει την αρχική  λογοτεχνική προέλευση, η Παπακωνσταντίνου προσδίδει μια άλλη διάσταση στο λογοτεχνικό ποιητικό έργο, η οποία εγγράφεται στο προσωπικό της βιωματικό ημερολόγιο. 

Η γκαλερί CITRONNE  έχει επανειλημμένως ασχοληθεί και προβάλει την ιδιαίτερη σχέση ανάμεσα στην λογοτεχνική και την εικαστική δημιουργία. Σε αντίστοιχες εκθέσεις, οι καλλιτέχνες αποτυπώνουν τους προσωπικούς τους συσχετισμούς με τον έντεχνο λόγο, πεζά και ποιήματα. Οι συσχετισμοί αυτοί, ad hoc ή συνειρμικοί, αποδίδονται με διαφορετικές εκφάνσεις, ανά καλλιτέχνη και ανά έκθεση. Στην ομαδική έκθεση στον Πόρο, υπό τον τίτλο “Αιγαίο, Ταυτότητες + Διαδρομές “ 2016 , οι συμμετέχοντες καλλιτέχνες παρέθεσαν αποσπάσματα λογοτεχνικά σε άμεση σχέση με την εικαστική τους εκδοχή του Αιγαίου ( π.χ. Κωνσταντίνος Ξενάκης / Οδυσσέας Ελύτης). Σε άλλη περίπτωση, ο ζωγράφος σχολιάζει εικαστικά την Οδύσσεια ( Δημοσθένης Κοκκινίδης, “Από την Οδύσσεια”, 2016) ή εμπνέεται και από τον ομηρικό Ελπήνορα ( Γιάννης Ψυχοπαίδης, “Ο Ηδονικός Ελπήνωρ”, 2007 ). Άλλοτε πάλι, χωρία από την βυζαντινή εκκλησιαστική υμνογραφία παρατίθενται αυτούσια ως τμήμα του καλλιτεχνικού έργου (Αλέκος Κυραρίνης, “Καρδία Νήφουσα”, 2013). 
Οι εκθέσεις αυτές δεν έχουν αναδείξει  απλώς την συνομιλία ανάμεσα σε δύο μορφές Τέχνης. Έχουν προβάλει την συμπηρωματική υπερβατική επικοινωνία του ίδιου του καλλιτέχνη με μιαν άλλης μορφής καλλιτεχνική δημιουργία. Η έκθεση της Νίνας Παπακωνσταντίνου συνιστά μιαν άλλη, περισσότερο αφαιρετική,  εκδοχή αυτής της σχέσης.  

Τατιάνα Σπινάρη – Πολλάλη

Οκτώβριος 2024

CITRONNE Gallery – Αθήνα 
Πατριάρχου Ιωακείμ 19, 10675, Αθήνα | 4ος όροφος 
Διάρκεια: 31 Οκτωβρίου – 7 Δεκεμβρίου, 2024

error: Content is protected !!