Δίπλα στην εκκλησία του Σαν Μιχάλη, ξεδιπλώσαμε τη ψυχή μας, και την αφήσαμε να οδηγηθεί στα ομορφότερα παρτέρια του κόσμου.
Μα όπου κι αν είχα τη τύχη και την ευκαιρία να βρεθώ, όποιο μακρινό και εξωτικό ταξίδι και να έχω κάνει, όσες γεύσεις κι αν έχω ακόμη στο στόμα φυλαχτό και όσα αρώματα θα μοσχομυρίζουν πάντα τις ομορφότερες μου αναμνήσεις … Σε όσα Michelin starred εστιατόρια κι αν έχω δειπνήσει, σε όσα πεντάστερα και εξάστερα κι αν έχω μείνει, όσες θάλασσες κι αν έχω κολυμπήσει, όσα Relais & Châteaux κι αν έχω αγαπήσει, όσες εμπειρίες κι αν είμαι ευλογημένη να έχω ακόμη μπροστά μου να ζήσω…




Αυτό το δάκρυ που κύλησε βαρύ και γλυκό και βελούδινο και λυτρωτικό στο μάγουλο μου, αυτό το σκίρτημα που άκουσα στα πιο βαθιά μου, όσο διέσχιζα την αυλή του καφενείου «Το Στεάδι» αφημένο κάπου στα ξεχασμένα από τα χρόνια ανεμοδαρμένα στενά του Σαν Μιχάλη, όσο διψασμένη ρουφούσα τα αρώματα του ξυλόφουρνου και τη δροσιά του βασιλικού, τις εικόνες που κανένα Vanity Fair ή House & Garden του κόσμου δεν μπορεί επουδενί να αποτυπώσει την αισθητική και την αυθεντικότητα στο πιο απόγειο τους, δεν πρόκειται να ξεχαστούν ποτέ -ποτέ!- από τις πιο πολύτιμες θύμισες μου.
Και μετά… μετά παραγγείλαμε ελληνικό καφέ στη χόβολη που συνοδεύσαμε με γλυκό σύκο και υποβρύχιο μαστίχα.
Και ξεδιπλώσαμε απλόχερα τη ψυχή μας η μία στην άλλη, και την αφήσαμε να οδηγηθεί στα ομορφότερα παρτέρια του κόσμου.






















Με τη Σια και τη Σαλώμη, στο πιο ψηλό σημείο της Αρχόντισσας των Κυκλάδων, κρυμμένες -έστω και για λίγο- στις ομορφότερες εικόνες και εποχές της Ελλάδας.