Ακολουθώντας τις Γραφές και τους Χάρτες της Βάσως Τρίγκα, στην πάντα υπέροχα γραφική Ύδρα!
Hydra, your favorite person and a few days away from the busy every day-that is my definition of happiness…
Αν ο Αύγουστος ανήκει σχεδόν «δικαιωματικά» στις Σπέτσες, ο Σεπτέμβριος είναι «ολοκληρωτικά» δοσμένος στην Ύδρα. Γράφω κάθε αρχές του Σεπτέμβρη καθώς κάνω την αγαπημένη μου διαδρομή κατευθυνόμενη από τον απόηχο ενός ακόμα άκρως κοσμικού καλοκαιριού στις Σπέτσες προς τη bohemian chic αισθητική της Ύδρας: Λάθος για όσους διαθέτουμε τις παραθεριστικές μας οικίες στις γειτονικές Σπέτσες, αν δεν επισκεπτόμαστε όσο συχνά θα θέλαμε την Ύδρα. Την φωτογραφίζουμε καθώς την προσπερνάμε δια θαλάσσης για τον επόμενο προορισμό, την έχουμε δίπλα μας, οπότε είναι πολύ εύκολο να πάμε είτε με το τρεχαντήρι για μπάνιο ή για ένα ποτό είτε για μία ολοήμερη απόδραση από τον τόπο διακοπών μας, μα η αλήθεια είναι πως δεν το κάνουμε. Λάθος. Γιατί αν και τα δύο αυτά αρχοντικά νησιά έχουν την ίδια ιστορία, που συνέβαλαν στις νικηφόρες ναυμαχίες της Ελληνικής Επανάστασης, αλλά και τον ίδιο αέρα, χρώματα, αρώματα και κοσμοπολιτισμό που παραπέμπουν στο Amalfi και στο Capri της Νότιας Ιταλίας, αλληλοσυμπληρώνονται και σε όποιο άλλο κοινό απέχουν μεταξύ τους. Και πρέπει, ναι πρέπει, να ζήσεις το laissez-faire και των δύο αυτών αριστοκρατικών νησιών. Κατηφορίζουμε με τον Νικόλα, πιασμένοι πάντα χέρι χέρι, τα καλντερίμια που κατεβαίνουν προς το λιμάνι, τον πλακόστρωτο παραλιακό δρόμο με τα καφέ και τα υπέροχα μαγαζιά, τα Καλά Πηγάδια, τη πολύχρωμη παλιά γειτονιά της Κιάφας, τη Σπηλιά και τη Υδρονέτα, φτάνουμε στα βράχια στα Καμίνια, εκεί στα ίδια βράχια που έχουν εμπνεύσει ποιητές και ζωγράφους, συγγραφείς, billionaires και hippies. Προσπερνάμε όμορφα μαγαζιά με ψαγμένες και επιλεγμένες από όλο τον κόσμο δημιουργίες -όπως αυτά που είχε κάποτε η Μύκονος, μα δυστυχώς πλέον την θέση τους έχουν πάρει οι Chanel και οι Valentino των μητροπόλεων- beautiful people, bohemian vibes, όπως το Everybody knows Hydra, που φιλοξενεί μοναδικές δημιουργίες Ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών και σχεδιαστών, έναν χώρο απόλυτα εναρμονισμένο με την απέριττη κομψότητα του νησιού, από τον οποίο μου αρέσει να προμηθεύομαι τα βενετσιάνικα slippers Vibi Venezia, τα αγαπημένα μου πουλόβερ KUJTEN από κασμίρι, αλλά και τις ιταλικές χειροποίητες τσάντες Maria La Rosa. Ναι, απολαμβάνουμε την χιλιομετρική και ουσιαστική απόσταση από το attitude «to see and to be seen» όσο επισκεπτόμαστε τα Σφαγεία, σημείο συνάντησης της εικαστικής ελίτ του κόσμου, τον «Πειρατή», που είναι πάντα εκεί να μας θυμίζει τα πιο ανέμελα μας καλοκαίρια, το κατάστημα της Έλενας Βότση, της Koutsikou με τις μοναδικές συλλογές, το πιο αγαπημένο μου όλων κατάστημα με τα υφαντά σεντόνια, τα κεντημένα στο χέρι τραπεζομάντιλα και τις ολόλευκες φούστες στο βελονάκι, όλα αυτά τα μαγαζιά με τα υπέροχα κεραμικά, με τις βελούδινες espadrilles και τις ψάθινες τσάντες, το πιο αγαπημένο μου Ιταλικό εστιατόριο, το «Il Casta», ο Όμιλος, με το ομορφότερο τραπέζι του νησιού, να σε περιμένει να απολαύσεις τη βραδιά σου, και τέλος, το Ιστορικό Αρχείο και Μουσείο Ύδρας, από μόνο του λόγος για να επισκεφτείς το νησί, μιας και κάθε καλοκαίρι φιλοξενεί τις πιο ενδιαφέρουσες εκθέσεις που μπορεί κάποιος να επισκεφθεί και να ρουφήξει σαν τις πολύτιμες στιγμές κάθε τέλους καλοκαιριού, τα έργα που εκθέτει. Άλλο ένα από τα αγαπημένα καθιερωμένα μας λοιπόν. Μία-δύο ημέρες του βαθύ Αυγούστου ή -ακόμα καλύτερα στις αρχές του Σεπτέμβρη- στη γειτόνισσα, την Ύδρα. Αφήνουμε πίσω μας για λίγο το «It» Girl του Αργοσαρωνικού, τις Σπέτσες, και μέσα σε είκοσι λεπτών διαδρομή, μας αποκαλύπτεται η bohemian chic ομορφιά της Ύδρας. Την σεργιανίζουμε μαζί, κάνουμε παρέα το κάθε βήμα, μέσα από τα Insta stories μου, στο πιο γραφικό λιμάνι του κόσμου και στα ολόλευκα δαιδαλώδη στενά της, διηγούμαι ιστορίες από το νησί που σε ταξιδεύει με τον δικό του μοναδικό τρόπο σε περασμένες δεκαετίες που έχεις ζήσει μόνο μέσα από αγαπημένους συγγραφείς και καταραμένους ποιητές, από ένα νησί μονίμως λουσμένο με ένα δικό του, κατάδικο του, φως, κτισμένο αμφιθεατρικά κάτω από γυμνά βράχια, από το νησί που τα νέα μεταφέρονται στις διάσημες παρέες ολημερίς και ολονυχτίς στα τραπέζια του Πειρατή, στην αυλή του Il Casta και στα τσιμέντα της Υδρονέτας, ενώ οι αποσκευές μεταφέρονται με τα χέρια, με μουλάρια ή καρότσια. Οτιδήποτε άλλο είναι περιττό, οτιδήποτε παραπάνω θα «κλοτσήσει» στην αφαιρετική, μίνιμαλ αισθητική που υπαγορεύει το νησί και που θέλει να σε οδηγήσει σε τάσεις και εικόνες και αναφορές της Ύδρας του Robert McCabe στα 50s, των 60s του Λέοναρντ Κοέν και της Μαριάν Ιλέν, του Τζορτζ Τζόνστον και της Τσάρμιαν Κλιφτ των πρωτοπόρων εστέτ διανοούμενων που αποίκισαν το νησί το 1955 με στόχο μια εναλλακτική ύπαρξη σε κάθε επίπεδο, και γύρω από εκείνους δομήθηκε η περίφημη μποέμ κοινότητα στα ’60s, και της Λαγουδέρας των 70s. Τις δεκαετίες που ο πλούτος ήταν αθόρυβος και υπονοούνταν δεν επιδεικνυόταν, που η Ύδρα ήταν ισότιμη, αν όχι και ανώτερη, των διασημότερων θέρετρων της Ευρώπης πολύ πριν η Μύκονος «το πάρει χαμπάρι», και που συναγωνιζόταν στα ίσια τον κοσμοπολιτισμό του Κάπρι, του Πόρτο Φίνο και του Σεν Τροπέ. Και πάντα, μα πάντα, κέρδιζε στα σημεία. Και το πρόγραμμα μας πάντα το ίδιο. Να την σεργιανίζουμε δίχως πρόγραμμα. Το νησί έχει έτσι κι αλλιώς τους δικούς του χαλαρούς ρυθμούς, κανείς και τίποτα δεν σε βιάζει να φτάσεις κάπου.
Follow me…


Και σε αυτή την τόσο ξεχωριστή επίσκεψη μου στην Ύδρα, που δεν έρχομαι από τις ηλιόλουστες Σπέτσες μα από το φθινοπωρινό Παρίσι, έρχομαι για να βυθιστώ στη μαγεία όλων όσων περιέγραψα παραπάνω μα πρωτίστως για την τέχνη της αγαπημένης μου εικαστικού Βάσως Τρίγκα, που τόσα και τόσα έχω γράψει για τα Έργα και τις Ημέρες της σε τούτες εδώ τις σελίδες.


Σαν χθες μας θυμάμαι να παίρνουμε το πρωινό μας στις βεράντες του Bikini στην αγκαλιά του Παλιού Λιμανιού στις Σπέτσες και να της λέω πως θα επιστρέψω από το Παρίσι just on time για να είμαι κοντά της στις 6 Σεπτεμβρίου στην Ύδρα.
«Τα έργα μου μοιάζουν το καθένα να περικλείει μια ελληνική σημαία. Κι η Ύδρα πρωτοστατεί στο να την κρατά…»


«Η ζωγραφική μου αφήνει ίχνη και χαράσσει σημάδια μιας οπτικής που κινείται ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία. Κάθε έργο γράφει αυτό που το μάτι χαρτογραφεί, για να κρατήσει τις αισθήσεις που η φύση εγείρει στις στιγμές της ανθρώπινης παρουσίας μέσα της».
Απόβραδο του πρώτου Σαββάτου του Σεπτεμβρίου λοιπόν, με ένα ματωμένο φεγγάρι και μία ολική έκλειψη Σελήνης που σα να συμβαίνει για να λούζει αποκλειστικά τις δικές μας στιγμές στο πιο γραφικό λιμάνι της Μεσογείου, φιλότεχνοι των Μητροπόλεων του κόσμου και εραστές του νησιού προσέρχονται στην αίθουσα πολιτιστικών εκδηλώσεων του ΓΑΚ/Ιστορικού Αρχείου και Μουσείου Ύδρας, για τα εγκαίνια της έκθεσης της εικαστικού Βάσως Τρίγκα με τίτλο «Γραφές και Χάρτες».

Η έκθεση ζωγραφικών έργων και κεραμικών της γνωστής καλλιτέχνιδας, αποφασίστηκε, λόγω της εξαιρετικής της ιδιαιτερότητας να διαρκέσει έως τις 31 Οκτωβρίου 2025 συνιστά δε μια πρωτότυπη εικαστική πρόταση η οποία γεφυρώνει ζωγραφική και κεραμική, φως και σιωπή, μνήμη και τόπο. Την όλη παρουσίαση επιμελήθηκε η αρχαιολόγος και ιστορικός Τέχνης Ίριδα Κρητικού, την οποία έχω την τιμή και την χαρά να την έχω φίλη μου, αγαπημένη. Η έκθεση αναπτύσσεται με εξαιρετική μουσειολογική επιμέλεια στους χώρους του μουσείου, αναδεικνύοντας τον διάλογο των ζωγραφικών έργων με τις κεραμικές φόρμες και με την ίδια την ατμόσφαιρα της Ύδρας. Η μουσειολογική της οργάνωση, με έμφαση στην αρμονία φωτισμών και χωρικών αξόνων, αποκαλύπτει την εσωτερική συνοχή του έργου, ενώ ο συνοδευτικός κατάλογος λειτουργεί ως πολύτιμο παράρτημα και οδηγός ερμηνείας.

Η δημιουργός Βάσω Τρίγκα με συνέπεια και αυθεντική παρουσία στον σύγχρονο εικαστικό χώρο, επανερμηνεύει την παράδοση μέσα από το προσωπικό της ιδίωμα. Τα έργα της, βαθιά ποιητικά και εμποτισμένα με το μπλε –του ουρανού, της θάλασσας, της προσευχής και της μνήμης– ανοίγουν δρόμους ανάμεσα στη ζωγραφική και τη γλυπτική. Η έκθεση περιλαμβάνει 28 νέα ζωγραφικά έργα και ισάριθμα κεραμικά αντικείμενα, τα οποία διαμορφώνουν έναν ενιαίο, ποιητικό και αισθητηριακό χάρτη μνήμης, περιπλάνησης και εσωτερικής τοπιογραφίας.
Όπως σημειώνει η επιμελήτρια Ίρις Κρητικού, η Βάσω Τρίγκα συνδυάζει στα έργα της την χειρονομιακή πυκνότητα της ζωγραφικής γραφής με τη στοχαστική καταγωγή της ύλης. Τοπία και μορφές, φόρμες οργανικές και γεωμετρικές, σκιές, φυτά και πέτρες γίνονται αποτυπώματα του βλέμματος και εφαλτήρια ενσυνείδητης συγκίνησης. «Τα έργα της είναι οι διαστρωματώσεις ενός εσωτερικού ταξιδιού και η κάθε φορά επιστροφή στο φαντασιακό τοπίο μιας εμπειρίας που έχει τη δική της υλικότητα», γράφει χαρακτηριστικά. Και προσθέτει: «Ανασκάπτοντας και επινοώντας τους χάρτες και τις γραφές της μαγικής νήσου του μπλε, σμιλεύοντας επιτήδεια τη γενεσιουργό ετούτη θεματική κοιτίδα, μέσα από το πολύτροπο πρίσμα της οποίας μας έχει και στο παρελθόν χαρίσει ευφραντικές οπτικές, αισθητικές και ψυχικές συγκινήσεις, η Βάσω Τρίγκα ζωγραφίζει και πλάθει με τολμηρή δεξιότητα, έξεργη ωριμότητα και αισθαντική απτική δυναμική, έναν υβριδικό κόσμο που γεννιέται ενορατικά, ενορχηστρώνοντας φασματικά φαντασιακά χρωματολόγια, διάφανες ή πηχτές κυανές υδάτινες κοίτες, απάτητα βαθυπράσινα δάση με πλούσια φυλλώματα, περίπτερα, σκιάχτρα και αταύτιστες αχυρένιες φυλές, ανεξερεύνητα κοιτάσματα που αφουγκράζονται το κέντρο της γης, παλίμψηστα γνώριμα και άγνωστα σύμβολα, στιλπνές λάσπες, οργανικές νέες φόρμες, πτερόεντα ίχνη, συλλαβικές αρχετυπικές γραφές και χροιές ενός παλλόμενου χειροποίητου και χειρόγραφου χάρτη του κόσμου.»


Υποδεχόμενη το εκλεκτό κοινό, η Πρόεδρος του Φορέα ΓΑΚ/ΙΑΜΥ κ. Ντίνα Αδαμοπούλου, ευχαρίστησε όλους τους παρευρισκόμενους και τόνισε ότι: «Η διοργάνωση της έκθεσης «Γραφές και Χάρτες» της εκλεκτής εικαστικού Βάσως Τρίγκα αποτελεί έναν ακόμη σταθμό στη φετινή μας εκθεσιακή διαδρομή και μια πράξη εμπιστοσύνης στην αθόρυβη δύναμη της Τέχνης. Μια τέχνη όπως αυτή της Βάσως που μιλά με ουσία και αφήνει τον θεατή να την πλησιάσει όπως πλησιάζει κανείς το νερό ή τη μνήμη…».

Στη συνέχεια, η επιμελήτρια της έκθεσης κ. Ίρις Κρητικού ξενάγησε το κοινό στην έκθεση μιλώντας αναλυτικά για το έργο της καλλιτέχνιδας και την εσωτερική του δυναμική, ενώ η ίδια η δημιουργός, εμφανώς συγκινημένη, μοιράστηκε με το κοινό την καλλιτεχνική της διαδρομή, τους τρόπους με τους οποίους αντλεί έμπνευση από τη μνήμη και τον τόπο αλλά και την ιδιαίτερη σχέση που αναπτύσσει ανάμεσα στη ζωγραφική επιφάνεια και την κεραμική φόρμα.

Στο τέλος της βραδιάς των εγκαινίων, η καλλιτέχνιδα προσέφερε εκλεκτά εδέσματα σε όλους τους παρευρισκόμενους στην ειδυλλιακή ταράτσα του Μουσείου.









Η ίδια η καλλιτέχνις σημειώνει: Η Ύδρα, με την αδρή γεωμορφολογία και τον έντονο ναυτικό της χαρακτήρα, δεν αποτελεί απλώς το φόντο της έκθεσης αλλά λειτουργεί ως ουσιαστικό πεδίο συνομιλίας με το έργο. Η νησιωτική της σιωπή, η λιτότητα των τοπίων, η ιστορική της ένταση και η διαχρονική της σχέση με τη θάλασσα και την τέχνη, καθρεφτίζονται στις επιλογές της Τρίγκα. Όπως η ίδια λέει: «Η Ύδρα είναι ένα τοπίο εσωτερικό. Όχι μόνον εξαιτίας του φωτός και της πέτρας, αλλά και λόγω της διαστρωμάτωσης του χρόνου που κουβαλά. Ένας τόπος για να κοιτάξεις μέσα σου και να ακούσεις». Η έκθεση λειτουργεί ως αφαιρετικός και απτικός χάρτης. Οι πίνακες και οι κεραμικές φόρμες της δεν απεικονίζουν απλώς: είναι οχήματα μνήμης, επιθυμίας και παρατήρησης, δοχεία συγκίνησης και πολιτισμού της καθημερινότητας. Το κεραμικό αντικείμενο, γράφει η καλλιτέχνις, «φέρει ιστορία πολιτισμού της καθημερινής ζωής του απλού ανθρώπου, που το χρησιμοποιεί και μέσω αυτού δημιουργεί». Το έργο της Τρίγκα διακρίνεται για την έντονη εικαστική και ποιητική του υφή, αλλά και για την ιδιαίτερη χρωματική του οικονομία: το lapis lazuli μπλε, το λευκό, οι υφές της πέτρας και του φυτικού κόσμου ορίζουν το λεξιλόγιο μιας ζωγραφικής παρόρμησης και μνήμης, όπου ο ορίζοντας «καταργείται όταν το επιτάσσει ο καιρός».

Η έκθεση «Γραφές και Χάρτες» είναι μια ποιητική καταβύθιση στη μνήμη του τοπίου και στον τρόπο που αυτό ανασυντίθεται μέσα από την εικαστική πράξη, ως εγγραφή, ως αναφορά και ως πρόταση για έναν κόσμο πιο ευαίσθητο, πιο ήρεμο, πιο παρόν.

«Από την πρώτη φορά που βρέθηκα στην Ύδρα σε μικρή ηλικία, ένιωσα μια οικειότητα, μια ατμόσφαιρα λιτής αυστηρότητας και ταυτόχρονα μαγευτικής επίδρασης. Εκεί συναντάς ανθρώπους που, ακόμη κι αν δεν τους έχεις γνωρίσει προσωπικά, αφήνουν αποτύπωμα δημιουργίας· πολίτες του κόσμου, που ακουμπούν την αύρα τους στις πλαγιές του νησιού. Παρατηρώ πολύ τους ανθρώπους μέσα στο φυσικό τοπίο, όπου κι αν βρίσκομαι. Η μορφολογία και η αισθητική της Ύδρας με γοητεύουν πάντα — με «καλεί» κάθε χρόνο. Πώς να μη θελήσω να υπάρξω καλλιτεχνικά πάνω της, ιδίως σε έναν χώρο που ταυτίζεται απόλυτα με αυτό που είναι; Τα έργα μου μοιάζουν το καθένα να περικλείει μια ελληνική σημαία. Κι η Ύδρα πρωτοστατεί στο να την κρατά…» διάβαζα ένα μεσημέρι του Ιούλιο σε μία απολαυστική συνέντευξη της. Πως να μην την λατρεύω?
Φωτογραφίες: Studio Panoulis, Fay’s Control